Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

«Ἕνας ἄνθρωπος νὰ μὲ ὑβρίση, νὰ φονεύση τὸν πατέρα μου, τὴν μητέρα μου, τὸν ἀδελφόν μου καὶ ὕστερα τὸ μάτι νὰ μοῦ βγάλη, ἔχω χρέος σὰν χριστιανὸς νὰ τὸν συγχωρήσω. Τὸ νὰ ὑβρίση τὸν Χριστόν μου καὶ τὴν Παναγία μου, δὲν θέλω νὰ τὸν βλέπω».

Ἕνα συγκλονιστικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ Ἀπομνημονεύματα ἑνός πραγματικοῦ Ἕλληνα

Τότε, κε πο καθόμουν ες τ περιβόλι μου κα τρωγα ψωμί, πονώντας π τς πληγές, που λαβα ες τν γώνα καπερισσότερο πονώντας δι τς μέσα πληγς που δέχομαι δι τσημεριν δειν τς Πατρίδος, λθαν δύο πιτήδειοι, νθρωποι τν γραμμάτων, μισομαθες κα θρησκοι, κα μο ξηγνται τσι· «Πουλς λλάδα, Μακρυγιάννη».

 γώ, στν θλιαν κατάστασίν μου, τος λέγω· «δελφοί, μδικετε. λλάδα δν πουλάω, νοικοκυραγοι μου. Τέτοιον γαθν πολυτίμητον δν χω ες τν πραμάτειάν μου. Μ κα ν τό ’χα, δν τό δινα κανενός. Κι ν πουλιέται λλάδα, δν γοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τν κόσμον σες, λογιώτατοι, ν μ θέλη νγοράση κάτι τέτοιο».

φυγαν ατοί. Κ κατσα σ μίαν πέτραν μόνος κα κλαιγα. Μισς νθρωπος καταστάθηκα π τ ντουφέκι το Τούρκου, τσακίστηκα ες τς περιστάσεις το γώνα κα κυνηγιέμαι κασήμερον. Κυνηγινται κα λλοι γωνιστς πολ καλύτεροί μου, διότι γ εμαι  τελευταος κα  χειρότερος. Κα ο πι καλύτεροιλων φανίστηκαν. Ατο πο θυσίασαν ρετ κα πατριωτισμόν, γι ν επωθ λεύτερη  λλάδα, κ χάθηκαν φαμελιςλωσδιόλου, επαν ν ζητήσουν να ποδειχτικν πο ν λέγητι τρεξαν κι ατο ες τν πηρεσίαν τς Πατρίδος κα Τορκο δν φηκαν ντουφέκιγο.

Πγε νὰ᾽ νεργήση  Κυβέρνηση, κα βγκαν κάτι τσασίτες κασπιγονοι, πο δουλεύουν μσος κα διοτέλεια, κα επαν «χι», κα επαν κα βρισις παλις δι τος γωνιστές, γι ν μν πάρουν τ ποδειχτικόν, να χαρτ πο δν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα, ν θυμσαι σ ατος που, δι τν τιμν κα τν λευτερίαν σου, δν λογάριασαν θάνατο κα βάσανα. Κι ν στος λησμονήσης, θ τος θυμηθον ο πέτρες κα τ χώματα,που χυσαν αματα κα δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τος παντίδους, πο θέλουν ν μς πάρουν τνγέρα πο ναπνέομεν κα τν τιμν πο μ ντουφέκι καγιαταγάνι πήραμε. μες τ χρέος, τ κατ δύναμιν, πράξαμεν. Κα ατο βγκαν σήμερον ν προκόψουν τν Πατρίδα. Μς γέμισαν φατρία κα διχόνοιαν. Κα τν Πατρίδα δν τν θέλουν μητέρα κοινή· μορόζα (=γαπητικιά) ες τ κρεβάτια τους τν θέλουν. Γι ατ περνον κ ρεθίζουν τν κόσμον μ τέχνες κακαμώματα.

Κα καζαντίσαν ατο πουγγι κα γαθά, κα φήκαν τοςγωνιστές, τς χρες κα τ ρφαν ες τν κρην. Ατο εναι ονθρώπινοι λύκοι, πο φέραν δυστυχήματα κα κίντυνον ες τν τόπον. ς ψωνται.



Τότε πο  Τουρκι κατέβαινε π τ ντερβένια κα λίγοιτρεχαν μ λίγα ντουφέκια, μ τριχις δεμένα, ν πολεμήσουν, θέλοντας λευτερίαν  θάνατον, ο φρόνιμοι σφάλιζαν τς φαμελιές τους ες τ νησι κι ατο τρέχαν ες ρεματις κα βουνά, μβλέποντας ποτ Τούρκου πρόσωπον. Κι ταν κογαν τντισμπάρκα τν Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους τν Πατρίδα κα κυνηγον τος γωνιστές.

γίναμε θηρία πο θέλουν κριγιάτα (=κρέατα) νθρωπιν νχορτάσουν. Κα χωρίζουν τν κόσμον σ πατριτες καντιπατριτες. Ατο γίναν ο σημαντικο τς Πατρίδος κα ολλοι ν χαθον. Δν ξηγινται γλυκότερα ν φυλάξωμεν Πατρίδα κα ν δομεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δν φτειάχνεται χωρς ολοι ν θυσιάσουν ρετν κα πατριωτισμόν· κα χωρς ν πάψη  μέσα,  δική μας τυραγνία.

Κα βγκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερντες, λληνες, σπορ τςβραιουργις, πο επαν ν μς σβήσουν τν γία Πίστι, τνρθοδοξία, διότι  Φραγκι δν μς θέλει μ τέτοιο ντύμαρθόδοξον.

Κα κάθησα κα κλαιγα δι τ νέα παθήματα. Κα πγα πάλιν ες τος φίλους μου τος γίους. ναψα τ καντήλια καλιβάνισα λιβάνιν καλν γιορείτικον. Κα σκουπίζοντας τδάκρυά μου τος επα· «Δν βλέπετε πο θέλουν ν κάμουν τνλλάδα παλιόψαθα; Βοηθστε, διότι μς παίρνουν, ατο ομισοέλληνες κα θρησκοι, ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικν χομεν. Φραγκεμένους μς θέλουν τ τσογλάνια το τρισκατάρατου τοΠάπα. Μν φήσετε, γιοί μου, ατ τ γκιντ πουλημένα κριγιάτα τς τυραγνίας ν μασκαρέψουν κα ν φανίσουν τοςλληνες, κάνοντας περισσότερα κακ π ατ ποκαταδέχθηκεν  Τορκος ς τίμιος χθρός μας».

νας δικός μου γωνιστς μο φερε κα μο διάβασεν να παλαιν χαρτί, πο γραψεν  κοντομερίτης μου γιος παπς, Κοσμς  Ατωλός. Τν κρέμασαν ες να δέντρον Τορκοι καβραῖοι, διότι ἔτρεχεν ὁ εὐλογημένος παντοῦ καὶ ἐδίδασκεν Ἑλλάδα, Ὀρθοδοξία καὶ Γράμματα.

Ἔγραφεν ὁ μακάριος ἐκεῖνος ὅτι· «Ἕνας ἄνθρωπος νὰ μὲ ὑβρίση, νὰ φονεύση τὸν πατέρα μου, τὴν μητέρα μου, τὸν ἀδελφόν μου καὶ ὕστερα τὸ μάτι νὰ μοῦ βγάλη, ἔχω χρέος σὰν χριστιανὸς νὰ τὸν συγχωρήσω. Τὸ νὰ ὑβρίση τὸν Χριστόν μου καὶ τὴν Παναγία μου, δὲν θέλω νὰ τὸν βλέπω».

Τὸ χαρτὶ τοῦ πατέρα Κοσμᾶ ἔβαλα καὶ μοῦ τὸ ἐκαθαρόγραψαν. Καὶ τὸ ἐκράτησα ὡς Ἅγιον Φυλαχτόν, ποὺ λέγει μεγάλην ἀλήθειαν. Θὰ πῶ νὰ μοῦ γράψουν καλλιγραφικὰ καὶ τὸν ἄλλον ἀθάνατον λόγον του, «τὸν Πάπαν νὰ καταρᾶσθε ὡς αἴτιον». Θέλω νὰ τὸ βλέπω κοντὰ στὰ᾽ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ἀνάξιοι λέγουν ὅτι, ἂν τὰ φτειάξουμε μὲ τὸν δικέρατον Πάπαν, θὰ ὀλιγοστέψουν οἱ κίντυνοι, τὰ βάσανα καὶ ἡ φτώχεια μας, τρομάρα τους.

Καὶ εἶπαν οἱ ἄθρησκοι ποὺ ἐβάλαμεν εἰς τὸν σβέρκο μας νὰ μὴ μανθάνουν τὰ παιδιά μας Χριστὸν καὶ Παναγίαν, διότι θὰ μᾶς παρεξηγήσουν οἱ ἰσχυροί. Καὶ βγῆκαν ἀκόμη νὰ᾽ποτάξουν τὴν Ἐκκλησίαν, διότι ἔχει πολλὴν δύναμη καὶ τὴν φοβοῦνται. Καὶ εἶπαν λόγια ἄπρεπα διὰ τοὺς παπᾶδες.

Ἐμεῖς, μὲ σκιάν μας τὸν Τίμιον Σταυρόν, ἐπολεμήσαμεν ὁλοῦθε, σὲ κάστρα, σὲ ντερβένια, σὲ μπογάζια καὶ σὲ ταμπούργια. Καὶ αὐτὸς ὁ Σταυρὸς μᾶς ἔσωσε. Μᾶς ἔδωσε τὴν νίκη καὶ ἔχασε (=ὡδήγησε σὲ ἧττα) τὸν ἄπιστον Τοῦρκον. Τόση μικρότητα στὸν Σταυρό, τὸν σωτήρα μας!

Καὶ βρίζουν οἱ πουλημένοι εἰς τοὺς ξένους καὶ τοὺς παπᾶδες μας, τοὺς ζυγίζουν ἄναντρους καὶ ἀπόλεμους. Ἐμεῖς τοὺς παπᾶδες τοὺς εἴχαμε μαζὶ εἰς κάθε μετερίζι, εἰς κάθε πόνον καὶ δυστυχίαν. Ὄχι μόνον διὰ νὰ βλογᾶνε τὰ ὅπλα τὰ ἱερά, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ μὲ ντουφέκι καὶ γιαταγάνι, πολεμώντας σὰν λεοντάρια.

Ντροπή, Ἕλληνες!
Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου