Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

-«Έτσι πληρώνεται η ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ και η ΑΛΛΑΖΟΝΕΙΑ Μαρία μου!»

Ένα παραδοσιακό καλοκαιρινό παραμύθι για τους μικρούς μας φίλους.

Κάποτε ζούσε στα μέρη μας ένας καλόκαρδος φτωχός ψαράς. Κάθε μέρα ψάρευε με τη βαρκούλα του εκεί στην πανέμορφη λίμνη των Κρεμαστών. Είχε κι ένα γαϊδουράκι, με σαμάρι και καπίστρι από χρωματιστές χάντρες, που έσερνε ένα παλιό μικρό κάρο. Μ’ αυτό γυρνούσε στα διπλανά ευρυτανικά χωριουδάκια και πούλαγε τη λιγοστή ψαριά του για να ζήσει.

-«Ο ψαράς, ο ψαραααάς, έχω νόστιμα φρέσκα ψάρια για μικρά παιδάκια, να ‘χουν υγεία και να κάμουν ωραία ματάκια, ο ψαραααάς», φώναζε γυρνώντας από μαχαλά σε μαχαλά.

Κι έτσι κυλούσε η ζωή του, μεροδούλι μεροφάι…

Πολλές φορές, όμως, ο καλός ψαράς δεν έβγαζε ψάρια και έφευγε άπραγος. Μια μέρα, λοιπόν, εκεί που απογοητευμένος έριχνε για μια τελευταία φορά το καλάμι του στη λίμνη, ξάφνου …τσουπ! βλέπει να σπαρταρά στο αγκίστρι του ένα μικρό ψαράκι. Το θαύμασε, γιατί παρόλο που ήταν μια σταλιά ήτανε πολύ χρωματιστό και όμορφο! Έτσι το λυπήθηκε κι αφού το ξέμπλεξε προσεκτικά από το αγκίστρι το έριξε πάλι στο νερό. Εκείνο βούτηξε με λαχτάρα στη λίμνη και χάθηκε στα πρασινογάλανα νερά της.

Ο ψαράς γύρισε στο φτωχικό του καλυβάκι με άδεια χέρια. Η γυναίκα του η Μαρίαντυμένη με ένα παλιό ταλαιπωρημένο φόρεμα κουβαλούσε ένα δεμάτι ξύλα. Δίπλα της στην αυλή ήταν ακουμπισμένη μια χόρτινη σκούπα. 

Κοντοστάθηκε και του είπε κάπως αγριεμένη:

-«Δεν έφερες χρήματα σήμερα, μήτε κανένα ψάρι»!

-«Δεν είχε ψάρια σήμερα γυναίκα. Μόνο ένα μικρούλι έπιασα, αλλά ήτανε τόσο όμορφο που το συμπόνεσα και το ‘ριξα πάλι στο νερό», της αποκρίθηκε ήρεμα αυτός.

Η Μαρία άρχισε να γκρινιάζει:

-«Άσχημα έκανες, θα το ‘τρωγα εγώ»

-«Θα σου φέρω αύριο», της απάντησε καλοσυνάτα ο ψαράς.

Την άλλη μέρα ξαναπήγε στη λίμνη των Κρεμαστών. Ξανοίχτηκε με τη βάρκα του και αμέριμνος έριξε το καλάμι του περιμένοντας….

Σε μια στιγμή ακούει δίπλα του μια γλυκιά φωνούλα να λέει:

-«Σε ευχαριστώ καλέ μου ψαρά που μου χάρισες τη ζωή. Τι χάρη θες να σου κάνω;»

Γυρνώντας αυτός ξαφνιασμένος βλέπει το χρωματιστό ψαράκι!


-«Τι καλό να μου κάνεις εσύ ένα τόσα δα μικρούλι;», το περιγέλασε ο ψαράς.

-«Πες μου, πες μου» επέμενε εκείνο.

-«Καλά θα ρωτήσω τη γυναίκα μου και θα σου πω αύριο, πάντως σ’ ευχαριστώ», ξανάπε ο ψαράς.

Όταν έφτασε στο καλύβι διηγήθηκε στη γυναίκα του όσα συνέβησαν. Αυτή τότε του έβαλε τις φωνές:

-«Αμάν καημένε τι μου λες τώρα! Αντί να νοιαστείς να φέρεις κατιτίς στο σπιτικό μας, κάθεσαι και μου αραδιάζεις παραμύθια. Άμα λοιπόν ξαναδείς το ψάρι σου να του πεις ότι θέλω ένα σπίτι κανονικό, που νάχει μεγάλο οντά, πολλά δωμάτια, κουζίνα και μπάνιο!». Και γέλασε ειρωνικά …

Την άλλη μέρα στη λίμνη εμφανίζεται πάλι το ψαράκι και χαρούμενο ρωτά τον άνθρωπο:

-«Τι σου ζήτησε η γυναίκα σου καλέ μου ψαρά;»

-«Σπίτι αρχοντικό μού ζήτησε», απάντησε αυτός.

-«Πήγαινε φίλε μου και θα ιδείς», είπε το ψάρι και χάθηκε στα νερά.

Γυρνώντας ο ψαράς έμεινε άλαλος. Τι να δει! Ένα τεράστιο όμορφο σπίτι όπως το ‘θελε η κυρά του. Και μάλιστα με μεγάλο κήπο, με λουλούδια, με μπαξέδες κι όλα τα καλά του κόσμου, σωστός παράδεισος!

-«Πω, πω βρε γυναίκα, τι ωραίο σπίτι είναι αυτό, είδες που δεν με πίστευες, το ψαράκι έκανε το θαύμα του!», της είπε με χαρά.

-«Άσε με μωρέ κακομοίρη, τι να το κάνω εγώ μόνο ένα σπίτι; Θέλω ακριβά ρούχα και πολλά χρυσαφικά, για να στολιστώ και να λάμπω σαν βασίλισσα! Να με βλέπουν και να σκάνε από τη ζήλεια τους οι φιλενάδες μου. Γρήγορα, τρέξε να μου τα φέρεις», διέταξε η γυναίκα. 
    
Πάει κι ο ψαράς στη λίμνη στενοχωρημένος. Κι εκεί που καθότανε μονάχος και σκεπτικός στο γιαλό, νάσου και εμφανίζεται ξανά το ψαράκι.

-«Τι έχεις φίλε μου, δεν είσαι χαρούμενος;», τον ρωτά.

-«Τι να σου λέω ψαράκι μου, η γυναίκα μου δεν είναι ευχαριστημένη, θέλει λούσα και μαλάματα για να μοιάζει με βασίλισσα», αποκρίθηκε  με σκυμμένο κεφάλι ο ψαράς.

-«Πήγαινε φίλε μου σπίτι σου και θα ιδείς», του είπε πάλι το ψαράκι.

Όταν έφτασε στο σπίτι του ο ψαράς αντίκρισε τη γυναίκα του να καμαρώνει στον καθρέφτη, σαν βασίλισσα, μέσα στα μετάξια και τα χρυσά!!!

-«Μπράβο γυναίκα μου σωστή αρχόντισσα είσαι», της λέει και πάει να τη φιλήσει.

-«Φύγε από δω, μυρίζεις ψαρίλα» του λέει αυτή. «Τι να τα κάνω όλα αυτά; Να έχω σπιταρόνα, πολυτελή ρούχα και χρυσαφικά κι απ’ έξω δεμένο έναν γάιδαρο με κάρο; Εγώ τώρα πια χρειάζομαι την καλύτερη άμαξα. Και υπηρέτες! Να με πηγαίνουν βόλτα με τη σούστα κι εγώ να τους κοιτώ όλους από ψηλά! Έτσι θα με βλέπουν οι παλιοχωριάτες και θα με προσκυνούν μέρα-νύχτα. Να τσακιστείς να πας να βρεις το παλιόψαρό σου και να του πεις ότι τα θέλω τώρα όλα! Με ακούς;;;», ούρλιαξε εκείνη και τον έσπρωξε πέρα.

Τρέχει ο ψαράς βουρκωμένος στη λίμνη των Κρεμαστών για να βρει το ψάρι του:

-«Αχ ψαράκι μου καλό
ντρέπομαι να σου το πω,
η γυναίκα μου η Μαρία
πάλι κάνει φασαρία»!

-«Γιατί κάνει φασαρία, τι άλλο ζητά;», τον ρωτάει.

«Δεν της κάνει πια ούτε ο γαϊδαράκος μας με το κάρο. Θέλει τώρα υπηρέτες και μαζί την καλύτερη σούστα για να περνάει και να την προσκυνούν ολημερίς κι ολονυχτίς οι φτωχοί χωριάτες», απάντησε ντροπιασμένος ο δύστυχος ψαράς.

-«Πήγαινε φίλε μου και θα ιδείς», είπε το ψάρι και εξαφανίστηκε στη λίμνη.

Γυρνά πίσω ο ψαράς και τι βλέπει;;; Τη Μαρία έξω από το καλυβάκι, σκυμμένη με το φτωχικό της φόρεμα, να σκουπίζει την αυλή με τη χόρτινη σκούπα της!

Και τότε της είπε ο ψαράς:

-«Έτσι πληρώνεται η ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ και η ΑΛΛΑΖΟΝΕΙΑ Μαρία μου!»

Και έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς… πιο σεμνοί και μυαλωμένοι!!! 

Ήταν ένα παραμύθι από την Ευρυτάνισσα κυρά Λένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου